Φάρμακο για αρθρίτιδα μειώνει και την πίεση, δείχνει νέα μελέτη
Η μεθοτρεξάτη μειώνει την αρτηριακή πίεση σε ασθενείς με πρόσφατη διάγνωση ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Ένα από τα πιο επιτυχή φάρμακα για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, η μεθοτρεξάτη, φαίνεται πως μπορεί να περιορίζει τη φλεγμονή και να «ηρεμεί» το υπερδραστήριο ανοσοποιητικό, συμβάλλοντας και στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Το εύρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι καρδιαγγειακές επιπλοκές αποτελούν βασική αιτία νοσηρότητας στα άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Η νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητικές ομάδες του Flinders University και του Southern Adelaide Local Health Network και εστίασε σε άτομα που μόλις είχαν διαγνωστεί με ρευματοειδή αρθρίτιδα και δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη θεραπεία. Οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν αν η επιλογή φαρμάκου από την αρχή της νόσου μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τα συμπτώματα αλλά και παράγοντες κινδύνου για την καρδιά.
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα πέρα από τις αρθρώσεις
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα δεν είναι μια πάθηση που περιορίζεται στον πόνο και το πρήξιμο των αρθρώσεων. Πρόκειται για ένα φλεγμονώδες νόσημα που επηρεάζει ολόκληρο τον οργανισμό. Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να επιβαρύνει τα αγγεία, να αλλοιώσει τη λειτουργία τους και να αυξήσει τον κίνδυνο για υπέρταση, έμφραγμα και εγκεφαλικό. Γι’ αυτό και κάθε θεραπευτική παρέμβαση που συνδυάζει έλεγχο της φλεγμονής με πιθανή καρδιοπροστασία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική.
Στη μελέτη συμμετείχαν 62 ενήλικες, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία έλαβε μεθοτρεξάτη και η άλλη σουλφασαλαζίνη, ένα επίσης καθιερωμένο τροποποιητικό φάρμακο της νόσου. Οι ερευνητές μέτρησαν την αρτηριακή πίεση στην αρχή, στον πρώτο μήνα και στους έξι μήνες θεραπείας. Παράλληλα, κατέγραψαν τη φλεγμονώδη δραστηριότητα της νόσου και την ακαμψία των αρτηριών, ώστε να διαπιστώσουν αν τυχόν αλλαγές στην πίεση οφείλονταν απλώς στη βελτίωση των συμπτωμάτων.
Τι έδειξε η σύγκριση των δύο θεραπειών
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έλαβαν μεθοτρεξάτη εμφάνισαν μεγαλύτερη μείωση στη συστολική πίεση – δηλαδή την «μεγάλη» τιμή που καταγράφεται όταν η καρδιά συσπάται. Η μέση διαφορά έφτασε τα 7,4 mmHg σε σύγκριση με την ομάδα της σουλφασαλαζίνης. Μπορεί ο αριθμός να φαίνεται μικρός, όμως ακόμη και τέτοιες μειώσεις έχουν αποδειχθεί, σε πληθυσμιακό επίπεδο, ότι μειώνουν αισθητά τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πτώση της πίεσης δεν συσχετίστηκε με την ένταση των αρθρικών συμπτωμάτων ούτε με βελτίωση της ακαμψίας των αγγείων. Αυτό υποδηλώνει ότι η μεθοτρεξάτη ενδέχεται να δρα μέσω διαφορετικών μηχανισμών, πιθανόν επηρεάζοντας τη συστηματική φλεγμονή ή τη λειτουργία του ενδοθηλίου, του εσωτερικού τοιχώματος των αγγείων. Με άλλα λόγια, το φάρμακο μπορεί να προσφέρει καρδιαγγειακό όφελος ανεξάρτητα από την κλινική εικόνα των αρθρώσεων.
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε επίσης αν γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την ανταπόκριση στη μεθοτρεξάτη. Διαπιστώθηκε ότι ορισμένες γενετικές παραλλαγές συνδέονται με μεγαλύτερη πιθανότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσης. Το στοιχείο αυτό ανοίγει τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες προσεγγίσεις, όπου η γενετική ανάλυση θα μπορούσε στο μέλλον να βοηθήσει τους γιατρούς να προβλέπουν ποιοι ασθενείς θα αποκομίσουν διπλό όφελος – τόσο στις αρθρώσεις όσο και στην καρδιά.
Προς πιο εξατομικευμένες θεραπείες
Παρά τους όποιους περιορισμούς, τα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά και ενισχύουν την αντίληψη ότι η αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας δεν αφορά μόνο την ανακούφιση από τον πόνο, αλλά και τη μείωση των συνολικών κινδύνων που συνοδεύουν τη χρόνια φλεγμονή. Σε μια εποχή όπου η ιατρική στρέφεται προς πιο ολιστικές και εξατομικευμένες θεραπείες, ένα παλιό φάρμακο φαίνεται να αποκτά νέο, ευρύτερο ρόλο.